Πέμπτη 26 Σεπτεμβρίου 2013

Θεόκριτος: Ο Πατέρας της Ειδυλλιακής Ποίησης.


Ο Θεόκριτος θεωρείται ο σημαντικότερος Έλληνας ποιητής της Ελληνιστικής εποχής και ο απαράμιλλος αρχηγέτης ενός νέου είδους ποίησης, της λεγόμενης βουκολικής, σημειώνοντας ισχυρή επίδραση μέχρι και τους νεότερους χρόνους. Αν και η βιογραφία του είναι τυλιγμένη στο σκοτάδι, φαίνεται τα χρόνια της ζωής του να συμπίπτουν με τους χρόνους της ακμής της Αλεξανδρινής ποίησης. Από το έργο του συνάγεται ότι η ακμή του συμπίπτει με την 124η Ολυμπιάδα (284 π.Χ. – 280 π.Χ.), γεγονός που τοποθετεί τη γέννηση του περί του 304 π.Χ. Αναφορικά με τον τόπο καταγωγής του, μια ευρύτερα αποδεκτή θεώρηση είναι πως γεννήθηκε στις Συρακούσες της Σικελίας, σημαντική δωρική αποικία με παράδοση στην κωμωδία και την πρωτοπορία στον μίμο, άποψη που φαίνεται να επιβεβαιώνεται και μέσα από το ίδιο του το έργο. Προερχόταν από απλή οικογένεια, ενώ πατέρας του φέρεται να είναι ο Πραξαγόρας και μητέρα του η Φιλλίνη. Ο κατ’ εξοχήν εκπρόσωπος της βουκολικής μούσας έζησε για μεγάλο χρονικό διάστημα στη νήσο Κω, όπου παρακολούθησε τα μαθήματα του ελεγειοποιού Φιλήτα και του επιγραμματογράφου Ασκληπιάδη, ενώ συνδέθηκε φιλικά με τον ποιητή Άρατο, στον οποίο αργότερο αφιέρωσε το έκτο από τα ειδύλλια του. Πηγές αναφέρουν ότι περί του 270 π.Χ. προσκλήθηκε από τον Πτολεμαίο στην Αλεξάνδρεια, ενώ περίπου το 265 π.Χ. βρέθηκε στην αυλή του Ιέρωνα των Συρακουσών, που έτρεφε ιδιαίτερη εκτίμηση προς τον ποιητή. Ωστόσο, φαίνεται να πέθανε στην γενέτειρα του, τις Συρακούσες.
Το έργο του επικεντρώνεται στη συγγραφή ύμνων, επικήδειων μελών, ελεγειών, ιάμβων, εγκωμίων, επιγραμμάτων και μικρών επών. Ωστόσο, η δόξα του οφείλεται στη βουκολική ποίηση, την οποία καλλιέργησε και επέκτεινε πέραν από τους βουκόλους και τους βοσκούς, στους γεωργούς, τους αγρότες, τους ψαράδες και γενικότερα σε ανθρώπους προερχόμενους από κατώτερες τάξεις του λαού των πόλεων. Τα ποιήματα του εξέδωσε πρώτος ο γραμματικός Αρτεμίδωρος περί το 70 π.Χ., ενώ μια σχολιασμένη έκδοση τους επεξεργάστηκε ο γιός του Θέων. Αποκαλείται ως ο «πατέρας και ιδρυτής της βουκολικής ποίησης», γράφοντας μεταξύ άλλων τα «Ειδύλλια», τα οποία αποτελούν μια ενότητα τριάντα ποιημάτων. Τα δέκα από αυτά είναι καθαρά βουκολικού περιεχομένου και αναφέρονται στη ζωή των βοσκών, κάποια άλλα περιγράφουν καθημερινές σκηνές από τη ζωή στη Σικελία, ενώ τα υπόλοιπα αναφέρονται στην Ελληνική μυθολογία. Την πιο ευδιάκριτη και συμπαγή ομάδα ειδυλλίων εντός της θεοκρίτειας συλλογής συγκροτούν τα βουκολικά ποιήματα, τα οποία αποτελούν την καινοτομία που εισήγαγε ο Θεόκριτος στην τέχνη, αφορμώμενος, ενδεχομένως, από ανάλογες λαϊκές παραδόσεις στη γενέτειρα του. Οι ιστορίες που πραγματεύονται τα ποιήματα αυτά διαδραματίζονται στην ύπαιθρο, σε περιβάλλον παραδείσιο και έχουν ήρωες άνδρες της υπαίθρου, οι οποίοι συμμετέχουν σε μουσικούς και ποιητικούς αγώνες, τραγουδώντας τον έρωτα και τα πάθη, τα δικά τους ή των άλλων. Ωστόσο, δεν απουσιάζουν και ποιήματα των οποίων η ιστορία διαδραματίζεται σε αστικό περιβάλλον.
Ο όρος «ειδύλλια» χρησιμοποιήθηκε πιθανότατα λόγω της μικρής έκτασης των ποιημάτων του, σε αντίθεση με τα μακρότατα έπη. Ομοιάζουν με αυτά, καθώς αφηγούνται περιπέτειες ηρώων, αλλά είναι πολύ πιο σύντομα, πραγματευόμενα το θέμα τους με φυσικότερο τρόπο και πιο άνετη διάθεση. Ακόμη, στον ποιητή αποδίδονται επιπλέον δεκαέξι επιγράμματα της Παλατινής Ανθολογίας, που το είδος τους έφτασε στο απόγειο του κατά την Αλεξανδρινή εποχή. Πλήθος αυτών φαίνεται να αναφέρεται σε πραγματικά περιστατικά, τα οποία εκτός από την ποιητική ομορφιά τους, χαρακτηρίζονται και ως ιδιαίτερα πνευματώδη. Ωστόσο, ξεχωρίζει μια ομάδα επιγραμμάτων που φαίνεται να γράφτηκαν για να χαραχτούν στη βάση αγαλμάτων ποιητών, όπως του Αρχίλοχου, του Ανακρέοντα, του Ιππώνακτα, του Επίχαρμου και του Πεισάνδρου από την Κάμειρα. Σε μια άλλη κατηγορία περιλαμβάνονται τα υπόλοιπα ποιήματα του Θεόκριτου «Έπαινοι», όπως και το κομψό στιχουργικό παιχνίδι η «Σύριγξ», ένας γρίφος σε στίχους, του οποίου η έκταση ποικίλλει, έτσι ώστε το κείμενο να μοιάζει με απεικόνιση του γνωστού ποιμενικού πνευστού, της φλογέρας.
Σε αρκετά ποιήματα των «Ειδυλλίων» η θεματολογία βασίζεται στον ποιμενικό βίο, ενώ τα υπόλοιπα στηρίζονται σε θέματα μυθικού ή ερωτικού περιεχομένου, χωρίς όμως να απουσιάζουν και οι ύμνοι ή τα ποιήματα επικού χαρακτήρα. Η γλώσσα που χρησιμοποίησε ήταν κατ’ εξοχήν η δωρική διάλεκτος, αλλά συναντάται επίσης η ιωνική, κυρίως σε ποιήματα επικού ύφους, αλλά και η αιολική, ενώ στο σύνολο τους είναι αριστοτεχνικά γραμμένα σε δακτυλικό εξάμετρο. Επίσης, αναμιγνύει με ιδιαίτερη τέχνη δημώδη στοιχεία, ενώ συνδυάζει υποδειγματικά τον λογοτεχνικό μίμο με τα λαϊκά τραγούδια, τον διάλογο με την αφήγηση και τη μυθολογία με τον ρεαλισμό και την ηθογραφία. Κάποια εκ των ποιημάτων φέρονται να είναι τα ακόλουθα: «Θύρσις ή Ωδή», «Φαρμακεύτριαι», «Κώμος», «Αιπολικόν και Ποιμενικόν», «Βουκολισταί», «Θαλύσια», «Θερισταί ή Εργατίναι», «Κύκλωψ», «Ύλας», «Συρακούσιαι ή Αδωνιάζουσαι», «Εγκώμιον εις Πτολεμαίον», «Ελένης Επιθαλάμιος», «Βουκολίσκος», «Αλιείς», «Διόσκουροι», «Ηρακλίσκος», «Ηρακλής Λεοντοφόνος», «Λήναι ή Βάκχαι», «Ηλακάτη», «Παιδικά» και «Εις Νεκρόν Άδωνιν».
Είναι ο μόνος κατά παράδοση λυρικός ποιητής που στήριξε την ποίηση του στις αναμνήσεις των παιδικών του χρόνων από τους βουκόλους, τους γεωργούς και τους αγρότες, καθώς στα δράματα, στα επιγράμματα και στους ύμνους του παριστάνει ζωντανές και χαρούμενες εικόνες αυτών των ανθρώπων, που μιλούν και κινούνται. Η ποίηση του χαρακτηρίζεται από ευθυμία, αν και πάντοτε δείχνει την αλήθεια με έναν τρόπο αποκαλυπτικό. Αναδείχθηκε ο πατέρας της λεγόμενης ειδυλλιακής ποίησης, η οποία άρχισε να καλλιεργείται από την εποχή της Αναγέννησης, ενώ το χαριτωμένο ύφος του και η φυσικότητα του αγαπήθηκε από τους Ρωμαίους και τους Βυζαντινούς. Κατατάσσεται μεταξύ των μεγαλύτερων ποιητών της Ανθρωπότητας και δικαίως αναγνωρίζεται ως το τελευταίο, κατά χρονολογική σειρά, μεγάλο ποιητικό πνεύμα του αρχαίου κόσμου, καθώς η λαμπρή επιτυχία των «Ειδυλλίων» έγινε η αφορμή να δημιουργηθεί ολόκληρη σχολή μιμητών του, μεταξύ των οποίων πρωτεύουσα θέση κατέχουν οι επίγονοι του Μόσχος και Βίων. Ωστόσο, η ποίηση του επηρέασε σημαντικά και μεταγενέστερους ποιητές, οι οποίοι μιμήθηκαν το ύφος του, όπως ο Βιργίλιος και ο Σέξτος Προπέρτιος, με την έντονη γλαφυρή γραφή του να επιδρά τόσο σε Αρχαίους Έλληνες ποιητές, όσο και σε Ευρωπαίους, κυρίως του 16ου αιώνα.
Αντεπίθεση

Δεν υπάρχουν σχόλια: